"Πότε και σε ποια τεχνολογία θα μετατραπεί η λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V;"


Κοινοβουλευτική ερώτηση των Βουλευτών Π. Πέρκα και Κ. Βέττα προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας.

H Βουλευτής Φλώρινας και Αναπληρώτρια Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Πέτη Πέρκα και η Βουλευτής Κοζάνης, Καλλιόπη Βέττα κατέθεσαν ερώτηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε ότι αφορά στο χρονοδιάγραμμα απολιγνιτοποίησης και ειδικότερα το πότε και σε ποια τεχνολογία θα μετατραπεί η λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V. Η ερώτηση συνυπογράφεται συνολικά από 26 Βουλευτές της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.


Ειδικότερα επισημαίνουν ότι:


Δυο χρόνια μετά την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για την εμπροσθοβαρή απολιγνιτοποίηση το 2028 και ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί επαρκώς, πότε και σε ποια τεχνολογία θα μετατραπεί η λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V. Η λιγνιτική αυτή μονάδα δεν έχει ξεκινήσει ακόμα τη λειτουργία της, αφού προβλέπεται να ολοκληρωθεί η κατασκευή της το 2022, με κόστος 1.4 δις και έχει ήδη ανακοινωθεί η διακοπή λειτουργίας της, το 2028.


Σε όλα τα επίσημα θεσμικά κείμενα αναφέρεται ως ημερομηνία απόσυρσης για όλες τις υφιστάμενες λιγνιτικές μονάδες το 2023 με εξαίρεση την Πτολεμαΐδα V, όπου αναφέρεται ως επίσημη ημερομηνία αλλαγής καυσίμου το 2028, χωρίς να αποσαφηνίζεται η νέα τεχνολογία.


Στο πλαίσιο της παρουσίασης των οικονομικών αποτελεσμάτων της ΔΕΗ του 2020 στους αναλυτές, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ, δήλωσε ότι έχει αποφασισθεί η επίσπευση της διαδικασίας της απολιγνιτοποίησης κατά 3 χρόνια, με την μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού/ορυκτού αερίου μέχρι το 2025. Ακόμα αναμένουμε την τελική επενδυτική απόφαση της ΔΕΗ για την Πτολεμαΐδα V, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος και των απαραίτητων οικονομοτεχνικών μελετών.


Ο στόχος όμως της κλιματικής ουδετερότητας το αργότερο έως το 2050, οι νέοι πιο φιλόδοξοι ευρωπαϊκοί στόχοι για το 2030, η άνοδος των τιμών δικαιωμάτων εκπομπών CO2 (που επηρεάζει και τις μονάδες φυσικού αερίου), και η διεθνής άνοδος των τιμών φυσικού αερίου θέτουν εν αμφιβόλω τη μακρόχρονη οικονομική βιωσιμότητα αυτής της μετατροπής. Παράλληλα, η απόφαση για τη μετατροπή σχετίζεται επίσης και με το «διαθέσιμο χώρο» για νέες μονάδες φυσικού αερίου, όπου ήδη έχουν δοθεί τουλάχιστον τέσσερις νέες άδειες.


Με τις εξελίξεις αυτές και την κλιματική κρίση, οφείλουμε να καταλάβουμε ότι η στροφή προς τις ΑΠΕ, με ειδικό χωροταξικό πλαίσιο και όχι ανεξέλεγκτα, με νέες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας αποτελεί μονόδρομο για το ενεργειακό μέλλον της χώρας τόσο από κλιματική όσο και από οικονομική σκοπιά.


Διαβάστε το πλήρες κείμενο της ερώτησης εδώ.