"Σταγόνες μνήμης"


Συμμετοχή της Καλλιόπης Βέττα στην παρουσίαση του βιβλίου " Σταγόνες μνήμης" του Χρήστου Τρικαλινού.



Παρατίθεται η ομιλία της Κ. Βέττα:


"Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για την χαρά και την τιμή να παρευρεθώ ανάμεσα σε εκλεκτούς ομιλητές, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου του φίλου Χρήστου Τρικαλινού.

Είναι χαρά και τιμή, μιας και αποτελεί για μένα μια ευχάριστη και ανακουφιστική ανάπαυλα από άλλες, ιδιαίτερα απαιτητικές δραστηριότητες, μια ευκαιρία να εντρυφήσω στο αυτοβιογραφικό έργο ενός ανθρώπου με εγνωσμένη διαδρομή στον επιστημονικό και δημόσιο χώρο.

Είναι χαρά και τιμή, επίσης, γιατί η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου δεν απαντά μόνο στην ανάγκη του συγγραφέα να καταγράψει ένα χρονικό ζωής, μια πολυκύμαντη και συναρπαστική προσωπική πορεία.

Ήταν, τα τελευταία χρόνια, πάνδημο αίτημα των φίλων και των οικείων του Χρήστου να προχωρήσει σε μια καταγραφή του βίου του, ώστε τα σπαράγματα, τα διαμαντάκια θα έλεγα καλύτερα, που μας χάριζε με τις αναρτήσεις του στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να αποκτήσουν μια ενιαία και συνοπτική μορφή.

Κάθε φορά που διαβάζαμε ένα κείμενό του η επιθυμία αυτή μεγάλωνε. Τολμώ να πω ότι η ανάγκη αυτή του Χρήστου να κλείσει κάποιους λογαριασμούς, ταίριαξε απόλυτα με την ανάγκη πολλών από εμάς, να θυμηθούμε καταστάσεις και εμπειρίες που περιγράφονται στο βιβλίο, και για αυτό τον λόγο τον ευχαριστούμε!


Θα ξεκινήσω την παρουσίαση μου, λέγοντας μερικά λόγια για το βιβλίο, ενώ στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναδείξω σημεία που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον, με έκαναν να σταθώ, να αναστοχαστώ, να υπογραμμίσω με το μολύβι μου, να βρω συνάφειες και ταυτίσεις.

Το βιβλίο του Χρήστου Τρικαλινού ανήκει στο είδος της αυτοβιογραφίας, αλλά δεν θα το αδικούσε κανείς αν το ενέτασσε, επίσης, στα είδη της ιστορικής και κοινωνικής μαρτυρίας. Δεν είναι ένα βιβλίο αυτοαναφορικό, αν και έχει αρκετές προσωπικές λεπτομέρειες, ούτε μια ξερή, άνυδρη παρουσίαση μιας ατομικής διαδρομής.

Αντιθέτως, συνδιαλέγεται συχνά με τις εξελίξεις στο πολιτικό και κοινωνικό στίβο, οι οποίες εξάλλου καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία του συγγραφέα.


Να κάνω ένα γενικότερο σχόλιο: τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι μελέτες που αφορούν την ταραγμένη δεκαετία του 1940, όπως και τα επόμενα χρόνια: Ιστορικά και κοινωνικά εγχειρίδια, απομνημονεύματα πρωταγωνιστών, συνθετικά έργα, συνέδρια και παρουσιάσεις.

Ωστόσο, έχουμε σε μικρότερο βαθμό διαθέσιμη την εικόνα για το πως βίωσαν οι άνθρωποι την μεγάλη ιστορία της εποχής, πως επηρεάστηκαν από τις ανακατατάξεις, την εύνοια ή τους αποκλεισμούς, τα στεγανά, τις αποσιωπήσεις και τους κατατρεγμούς.

Σε αυτό το κενό, της απόστασης δηλαδή από την μεγάλη, επιστημονική ιστορία, έως τη βιωμένη μνήμη, το βιβλίο διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο.

Η γλώσσα του βιβλίου είναι άμεση, χωρίς ψιμύθια και εντυπωσιοθηρία. Το περιεχόμενο, δε, είναι μια κατάθεση πείσματος, μάχης, απογοητεύσεων και επιτευγμάτων.

Δεν είναι μια θριαμβική πορεία, λουστραρισμένη αναδρομικά για να ταιριάξει σε μοντέλα και διαδρομές «πετυχημένων». Παρουσιάζει με μεγάλη ειλικρίνεια τις αποτυχίες, τα ερωτηματικά, τις δεύτερες και τρίτες σκέψεις του για τις επιλογές του.

Θα έλεγε κανείς ότι ο συγγραφέας δεν έχει ανοικτούς λογαριασμούς και απωθημένα. Είτε ο χρόνος, είτε ο χαρακτήρας του, τον έχει οδηγήσει να μετρά τους ανθρώπους και τις εμπειρίες του με μεγαθυμία και ανωτερότητα.


Ειδικότερα, προχωρώ να περιγράψω τη δομή του βιβλίου, αναδεικνύοντας μερικά σημεία που χρήζουν, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερης επισήμανσης.

- Αρχικά, περιγράφονται τα κίνητρα για τη συγγραφή του βιβλίου: έπειτα από μια περιπέτεια υγείας, ο συγγραφέας αποφασίζει να προχωρήσει σε μια «άσκηση αυτογνωσίας», όπως λέει, μια «άσκηση συναισθημάτων και μνήμης». Βέβαια, όπως ανέφερα και πριν, είναι σεμνός και μετριοπαθής, καθώς εν τέλει οι ορίζοντες ήταν πολύ ευρύτεροι.

- Στη συνέχεια, προχωρά με την παράθεση στιγμιότυπων από την νηπιακή, παιδική και εφηβική του ηλικία στον Αλμυρό και τον Βόλο. Το κεφάλαιο με τίτλο «Η βρισιά», όπου κάποιος συνομήλικο τους τον αποκαλεί «βρωμοκουκουέ», δημιουργώντας για πρώτη φορά μεγάλη σύγχυση και θλίψη στον συγγραφέα, αποτελεί μια ιδανική σύνοψη και περιγραφή -με λαογραφικές και ανθρωπολογικές αξιώσεις- της μεταπολεμικής ζωής στην ελληνική επαρχία.

- Έπειτα, ο συγγραφέας ξετυλίγει το νήμα της ενσυνείδητης ζωής του, στο σχολείο και τη σχόλη, οι επαφές με τους φίλους αλλά και το άλλο φύλο, ο κόσμος που ήταν ταυτόχρονα τόσο μικρός αλλά και τόσο μεγάλος.

- Η συνάντηση με τον διωγμένο πατέρα του, όπου, στο τέλος αναφέρει με εξομολογητική παρρησία: «τώρα, που έχω την ευκαιρία να μοιραστώ, τουλάχιστον τις εικόνες και με άλλους ανθρώπους, να καταφέρω να ξεφύγω από κάποιους δαίμονες »

- Στη συνέχεια, ο συγγραφέας με την αναφορά επιτευγμάτων, αλλά και απογοητεύσεων, μας καθιστά κοινωνούς του μετεμφυλιακού κράτους, των στεγανών, των οριζόντων που είχε ένας νέος με την βαριά κληρονομιά των κυνηγημένων, κομμουνιστών γονιών του.

- Έπειτα Αθήνα για σπουδές στη Φυσική, νέες παραστάσεις, νέο ξεκίνημα, προσδοκίες αλλά και απογοητεύσεις.

- Παράλληλα, ο Αλμυρός αλλά και το Μικρό Χωριό, πάντα ήταν εκεί, η αιώνα επιστροφή στις ρίζες για την άντληση δύναμης: τα πρώτα φλερτ, σωματικά και ψυχικά σκιρτήματα, αγάπες ανεκπλήρωτες μα διαρκώς παρούσες.

- Σπαρταριστά περιστατικά, όπου π.χ. ο συγγραφέας εκτελεί χρέη νεκροθάφτη, ώστε να βρεθούν χρήματα για να κεράσει ένα κορίτσι στο πανηγύρι του χωριού, ή με το πορτραίτο του Λένιν, όπου βαφτίζεται παππούς του για να αποφευχθεί η κατάσχεση, δημιουργούν ένα διάλλειμα που αλαφραίνει το κλίμα και αμβλύνει την ένταση που επικρατεί στην περιγραφή.

- Έπειτα, έρχεται η Χούντα, όπου κανείς δεν τη περιμένει, τουλάχιστον οι ιδεολογικοί και πολιτικοί του ταγοί. Συζητήσεις, αντιδράσεις, σκέψεις, περιορισμοί κα αυτοπεριορισμοί. Ο καθένας μετριέται με το μπόι του.

- Έπειτα, η απόφαση για μετανάστευση. Ο συγγραφέας σε, μια δυσεύρετη στιγμή για την νεοελληνική ιστορία και πολιτική, αποστρέφεται τον χαρακτηρισμό του ήρωα ή του αντιστασιακού, αν και υπάρχουν οι εξωτερικές συνθήκες που θα το δικαιολογούσαν.

- Το κεφάλαιο με την απόφαση για μετανάστευση στη Σοβιετική Ένωση αναβλύζει αισιοδοξία, ανησυχία, θυμό και προσμονή για την επόμενη ημέρα. Ωστόσο, με την πείρα των δεκαετιών που μεσολάβησαν, δεν μπορούμε να μην κάνουμε την εξής σκέψη: Σε μια Ελλάδα, που σταδιακά εκδημοκρατιζόταν, η χούντα και οι εμπνευστές της, εκτός από το συντριπτικό χτύπημα στην Δημοκρατία, τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, στέρησαν από την χώρα, νέες και νέους που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Κάποιοι γύρισαν και προσέφεραν στην αναγέννηση της χώρας, κάποιοι όμως χαθήκαν για πάντα. Οφείλουμε, όλες και όλοι, έστω και αν η αναλογία δεν είναι δόκιμη, να βρούμε και σήμερα τα κατάλληλα σχήματα και τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε οι νέες και οι νέοι που έφυγαν την τελευταία δεκαετία, να επιστρέψουν στην χώρα μας, να ευδοκιμήσουν, να προσφέρουν και να ανταμειφθούν.

- Στη συνέχεια, η ζωή στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί, για μένα τουλάχιστον, ήταν, ταυτόχρονα, οι πιο απολαυστικές, ενδιαφέρουσες και γλυκόπικρες σελίδες του βιβλίου. Βρέθηκα αρκετά χρόνια μετά τον συγγραφέα στα ίδια μέρη, με τις ίδιες προσμονές, αγωνίες και πίκρες, προσπαθώντας να ανοίξω τα φτερά μου σε μια χώρα τόσο διαφορετική, οικεία αλλά κι άγνωστη. Οι περιγραφές του Χρήστου, είναι τόσο αληθινές, θα έλεγε κανείς ότι το βιβλίο έχει σφυγμό σε εκείνα τα κεφάλαια, όπου οι εικόνες πλημμυρίζουν όσες και όσους ζήσαμε για χρόνια στην ΕΣΣΔ. Οι περιγραφές του π.χ. για τα παγωτά, τις χειμερινές αποδράσεις, τον ασφυκτικό περιορισμό στις εστίες, η λέσχη μας στη Σαπουνόβα 7, για τους καθηγητές οι οποίοι ήταν αυστηροί μεν, αλλά αφιερωμένοι στους φοιτητές τους, οι σπουδές, αποτελούν ζώσα μνήμη για όσες και όσους από εμάς βρεθήκαμε στην ΕΣΣΔ, τις επόμενες δεκαετίες.

- Τέλος, η επιστημονική και προσωπική καταξίωση, τόσο στην Ρωσία, όσο και διεθνώς, η στράτευση, η επιστημονική του πορεία με το ερευνητικό και διδακτικό του έργο στην Ελλάδα, αποτελούν κεφάλαια, στα οποία ο συγγραφέας επίσης καταγράφει την επιμονή του, την προσήλωση σε αξίες και ιδανικά, τον επαγγελματισμό, την προσφορά στα κοινά και το πανεπιστήμιο, μέχρι τις μέρες μας.


Δεν είναι, προφανώς, όλα ιδανικά και τακτοποιημένα στη ζωή του. Ο συγγραφέας αναμετράται κι αυτός, όπως όλοι μας, με σκιές και απώλειες.

Η σκιά των γονιών του, που είναι συνήθως απόντες λόγω διώξεων και εκτοπίσεων, είναι διαρκώς παρούσα, μια ανοικτή πληγή, μια αιώνια προσδοκία, ένα αναπάντητο ερωτηματικό.

Ωστόσο, η απώλεια των γυναικών που τον μεγάλωσαν και στις οποίες είναι αφιερωμένο το βιβλίο, οι θείες του Κατίνα και Λούλα, στέκει επίσης σαν ένα χάσμα: μια γλυκεία απαντοχή και απροσμέτρητα ευχαριστώ στις «ηρωίδες» του, που βρίσκονται συνεχώς στο βιβλίο.

Παράλληλα, ο συγγραφέας, με εξαιρετική μνήμη- ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι μιλάει για συμμαθητές του στο δημοτικό, με λεπτομέρειες και ονόματα- περιγράφει με ψυχραιμία και απόσταση τις εμπειρίες του. Δεν υπάρχει θυμός, κακίες, απογοήτευση, αγανάκτηση.

Έντονα συναισθήματα, που κατακλύζουν το βιβλίο είναι αυτά που απευθύνονται στις θείες του, που έφτιαξαν ένα προστατευτικό κουκούλι παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις δικές του ανάγκες, για να μεγαλώσουν τον Χρήστο Τρικαλινό.

Η αφιέρωση και η συχνή αναφορά είναι το ελάχιστο αντίδωρο που προσφέρει στη μνήμη τους και την αφειδώλευτη αγάπη που του προσέφεραν.


Κλείνοντας, θέλω να παρατηρήσω ότι τόσο ο Τίτλος «Σταγόνες μνήμης», όσο και υπότιτλος, «Επεισόδια Ζωής» θα έλεγα ότι περιορίζει, στενεύει τα διαλαμβανόμενα στο βιβλίο.

Δεν είναι σταγόνες, απλώς, είναι μια βροχή από γεγονότα, ιδέες, απόψεις, συναισθήματα. Παρά την περιγραφική γλώσσα, αναδύεται από κάτω ένας έντονος κόσμος ελπίδων, προσδοκιών, ματαιώσεων, χαράς και λύπης, ακόμα και χαρμολύπης.

Η ζωή του Χρήστου Τρικαλινού, όπως περιγράφεται στο βιβλίο, δεν είναι μια αποσπασματική συρραφή αναμνήσεων και γεγονότων, ένα ημερολόγιο καταστρώματος.

Υφαίνεται ένας ιστός ζωής, όπου η πάλη, η επιβίωση, η αντίσταση, η αγωνία, η επιτυχία και η αναγνώριση, η καταξίωση και η απογοήτευση είναι ένα συνεχές -που θα έλεγε και ο ίδιος ως Φυσικός- που τείνει προς το ιδανικό του συγγραφέα: μια αξιοβίωτη ζωή, αυστηρή και απαιτητική για τον ίδιο και το περιβάλλον του, αλλά μια ζωή γεμάτη ευαισθησία και διάθεση για προσφορά στην κοινωνία και στους συνανθρώπους του.

Συγχαρητήρια στον Χρήστο Τρικαλινό και στον εκδοτικό οίκο για την προσφορά αυτού του βιβλίου σε όλους μας. Η ζωή του, δεν αφορά, μόνο τον ίδιο, είναι το μόνο βέβαιο.

Η αγωνία του, όπως την εκφράζει στη σελίδα 317 :«αυτά δεν πρέπει να χαθούν, δεν πρέπει να γίνουν στάχτη, όπως θα γίνεις και σύ μια μέρα, … γιατί έτσι θ αφήσουμε κάποιο ίχνος σε τούτον δω τον κόσμο» είναι δικαιωμένη.

Το ίχνος του είναι εδώ, και τον ευχαριστούμε που το μοιράστηκε μαζί μας.

Αναμένουμε το επόμενο βιβλίο του."


4 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων